Ώρες Λειτουργίας
  • clockΔευτ-Παρ 10:00 – 13:00
                       15:00 – 20:00
    Σάββατο: Kατόπιν ραντεβού
Στοιχεία Επικοινωνίας
Ρωτήστε τους ειδικούς
user-3
email-2
smartphone

Γυναικολογική Ενδοκρινολογία

Ο εμμηνοροϊκός κύκλος αποτελεί ένα λειτουργικό σύστημα, το οποίο βρίσκεται υπό το συνεχή έλεγχο των δύο ανώτερων ορμονικών κέντρων, του υποθαλάμου και της υπόφυσης σχηματίζοντας έναν άξονα με σημαντικές λειτουργίες για τη σωματική και ψυχική υγεία και εξαιρετικά λεπτές ισορροπίες.

Η έναρξη του εμμηνοροϊκού κύκλου τοποθετείται χρονικά στην πρώτη μέρα της εμμήνου ρύσεως (περίοδος). Η διάρκεια ενός φυσιολογικού κύκλου κυμαίνεται μεταξύ 25-35 ημερών και αποτελείται από δύο φάσεις:

Αρχίζει από την πρώτη ημέρα της εμμήνου ρύσεως και χαρακτηρίζεται από την αυξημένη παραγωγή της ωοθυλακιοτρόπου ορμόνης FSH από τον πρόσθιο λοβό της υπόφυσης. Υπό την επίδραση της FSH αρχίζει η ωρίμανση των ωοθυλακίων στην ωοθήκη και η παραγωγή των οιστρογόνων. Τα οιστρογόνα με τη σειρά τους και με έναν μηχανισμό θετικής παλίνδρομης ρύθμισης πυροδοτούν την παραγωγή και έκκριση της ωχρινοτρόπου ορμόνης LH από τον πρόσθιο λοβό της υπόφυσης. Στο τέλος αυτής της φάσης ένα ή σπανιότερα περισσότερα ωοθυλάκια θα επικρατήσουν (κυρίαρχα ωοθυλάκια) και θα συνεχίσουν την εξέλιξή τους ενώ τα υπόλοιπα θα εκφυλιστούν.

Υπό την επίδραση της LH από το κυρίαρχο ωοθυλάκιο απελευθερώνεται το ώριμο πλέον ωάριο, το οποίο επί περίπου 24 ώρες είναι διαθέσιμο για γονιμοποίηση, ενώ τα υπολείμματα του κυρίαρχου ωοθυλακίου θα αναλάβουν υπό την επίδραση της LH την παραγωγή της απαραίτητης για την επιτυχή εμφύτευση και εξέλιξη της εγκυμοσύνης προγεστερόνης. Αν δεν επέλθει η γονιμοποίηση το ωάριο εκφυλίζεται, ενώ η ακόλουθη πτώση των επιπέδων των οιστρογόνων και της προγεστερόνης οδηγεί στην απόπτωση του προετοιμασμένου ενδομητρικού βλεννογόνου, σηματοδοτώντας την έναρξη της εμμήνου ρύσεως. Οι διαταραχές της εμμήνου ρύσεως μπορεί να αφορούν τη διάρκεια, τη συχνότητα, την ένταση ή τα συνοδά συμπτώματα

Όσον αφορά τη διάρκεια και τη συχνότητα της εμμήνου ρύσεως οι πιο συχνές διαταραχές είναι οι εξής:

  • Αμηνόρροια: Αναφέρεται στην πλήρη απουσία της εμμήνου ρύσεως μετά την ηλικία των 14 ετών (πρωτοπαθής) ή την διακοπή προϋπάρχουσας εμμήνου ρύσεως για διάστημα μεγαλύτερο από 6 μήνες.
  • Συχνομηνόρροια: Αναφέρεται στη μικρότερη των 25 ημερών διάρκεια του κύκλου.
  • Αραιομηνόρροια: Αναφέρεται στη μεγαλύτερη των 35 ημερών διάρκεια του κύκλου.
  • Αραιομηνόρροια: Πολυμηνόρροια: Έμμηνος ρύση που συνοδεύεται από μεγάλη απώλεια αίματος ή με μεγάλη διάρκεια (περισσότερο από 7 ημέρες).
  • Ολιγομηνόρροια: Έμμηνος ρύση με μικρή απώλεια αίματος.

Οι διαταραχές του εμμήνου κύκλου μπορεί να οφείλονται σε μια πληθώρα παθήσεων που μπορεί να αφορούν οποιοδήποτε από τα εμπλεκόμενα όργανα στον άξονα υποθάλαμος-υπόφυση-ωοθήκες-μήτρα. Η διερεύνηση των διαταραχών του εμμηνορροϊκού κύκλου βασίζεται στο συνδυασμό λεπτομερούς κλινικής εξέτασης, ενδελεχούς ορμονικού ελέγχου και διεξοδικής υπερηχογραφικής απεικόνισης και γυναικολογικού ελέγχου σε συγκεκριμένες φάσεις του κύκλου.

Το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών (PCOS) είναι μια από τις πιο συνήθεις ορμονικές διαταραχές γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας και η συχνότερη αιτία διαταραχών της εμμήνου ρύσεως.
Οι ακριβείς αιτίες του συνδρόμου δεν είναι γνωστές, αλλά πιστεύεται ότι οφείλεται σε ένα συνδυασμό γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων με κυριότερο παράγοντα τη διαταραγμένη έκκριση και λειτουργία της ινσουλίνης και το αυξημένο σωματικό βάρος.

Χαρακτηριστικά του συνδρόμου είναι η δυσλειτουργία των ωοθηκών με την παρουσία ανωοθυλακικών κύκλων και ολιγο- ή αμηνόρροια, κλινική ή/και βιοχημική υπερανδρογοναιμία (ακμή, αυξημένη τριχοφυία, αλωπεκία ανδρογενετικού τύπου) και/ή η πολυκυστική μορφολογία των ωοθηκών.
Η διάγνωση του συνδρόμου βασίζεται στο συνδυασμό της χαρακτηριστικής κλινικής εικόνας και του ορμονικού προφίλ των ασθενών με διαταραχή του λόγου LH (ωχρινοτρόπος ορμόνη)/FSH (ωοθυλακιοτρόπος ορμόνη), υπερανδρογοναιμία (αυξημένες συγκεντρώσεις τεστοστερόνης ή/και ανδροστενδιόνης), αυξημένη αντίσταση στην ινσουλίνη και υπερινσουλιναιμία.

Όσον αφορά στη θεραπευτική προσέγγιση του συνδρόμου, η απώλεια βάρους μπορεί να βελτιώσει το μεταβολικό προφίλ των ασθενών και κατ΄ επέκταση την αντίσταση στην ινσουλίνη, να οδηγήσει σε μείωση των κυκλοφορούντων ανδρογόνων και να αποκαταστήσει την έμμηνο ρύση.
Από φαρμακευτικής άποψης βασικό κριτήριο είναι ο απώτερος σκοπός της θεραπείας, καθώς οι ασθενείς με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών προσέρχονται με μια ποικιλία συμπτωμάτων, από την αντιμετώπιση της υπογονιμότητας μέχρι τη βελτίωση της ανεπιθύμητης τριχοφυίας.
Όσον αφορά στην υπογονιμότητα, προκειμένου να επιτευχθεί η επιθυμητή ωορρηξία, σαν φάρμακα πρώτης γραμμής χορηγείται ο εκλεκτικός τροποποιητής των οιστρογονικών υποδοχέων κλομιφαίνη, με ποσοστά που αγγίζουν το 60% μετά από 6μηνη αγωγή. Παρουσία αυξημένης αντίστασης στην ινσουλίνη ή σακχαρώδους διαβήτη υψηλά ποσοστά ωορρηξίας και επίτευξης εγκυμοσύνης έχουν παρατηρηθεί και με τη χορήγηση του αντιδιαβητικού φαρμάκου μετφορμίνη, το οποίο ως επιπλέον πλεονέκτημα στοχεύει τη βελτίωση του γλυκαιμικού ισοζυγίου και του βάρους σώματος των ασθενών.

Στην περίπτωση που η ρύθμιση του εμμηνορρυσιακού κύκλου είναι ο απώτερος στόχος της θεραπευτικής παρέμβασης, θεραπεία εκλογής είναι τα αντισυλληπτικά σκευάσματα είτε σε συνδυασμένη μορφή οιστρογόνου/γεσταγόνου για λήψη από το στόμα είτε για παρεντερική χορήγηση (patch, κολπικός δακτύλιος κτλ). Τα αντισυλληπτικά ασκούν τη δράση τους σε πολλαπλά επίπεδα μέσω της καταστολής της υποφυσιακής LH, της μείωσης της παραγωγής ανδρογόνων από τις ωοθήκες και την αύξηση των επιπέδων της SHBG.
Η θεραπεία της υπερτρίχωσης σε ασθενείς με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών είναι κατά κανόνα παρηγορική και σε πολλές περιπτώσεις χρόνια. Σε πρώτη φάση η χρήση αντισυλληπτικών σκευασμάτων συνδέεται με μείωση των κυκλοφορούντων ανδρογόνων, ενώ υπάρχουν και γεσταγόνα με στοχευμένη αντιανδρογόνο δράση, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Επιλογή δεύτερης γραμμής με καλά αποτελέσματα αποτελεί ο ανταγωνιστής της αλδοστερόνης Σπιρονολακτόνη, ένα φάρμακο με διουρητική δράση, που παράλληλα συνδέεται με τους υποδοχείς των ανδρογόνων, περιορίζοντας τη δράση αυτών, ενώ οι αισθητικές παρεμβάσεις αφαίρεσης της ανεπιθύμητης τριχοφυίας αποτελούν τη βάση της θεραπευτικής προσέγγισης, η οποία σε συνδυασμό με μια αντιανδρογόνο αγωγή θα οδηγήσει σταδιακά στα επιθυμητά αποτελέσματα.

Ως εμμηνόπαυση ορίζεται το κλινικό στάδιο στη ζωή μίας γυναίκας, το οποίο χαρακτηρίζεται από την οριστική παύση της ωοθηκικής λειτουργίας και ανεπιστρεπτί άρση της γονιμότητας και σηματοδοτείται χρονικά 12 μήνες μετά την τελευταία έμμηνο ρύση. Κατά μέσο όρο η αυτόματη εμμηνόπαυση τοποθετείται περί του 51ου έτους της ηλικίας, ενώ η απώλεια της ωοθηκικής λειτουργίας πριν από την ηλικία των 40 ετών ορίζεται ως πρώιμη ωοθηκική ανεπάρκεια και μπορεί να οφείλεται σε εξωγενείς (χειρουργείο, φαρμακευτική αγωγή, ακτινοβολία) ή ενδογενείς παράγοντες (αυτοάνοσες παθήσεις, ιδιοπαθή αίτια, γενετικοί παράγοντες).
Τα τυπικά συμπτώματα που βιώνουν οι ασθενείς κορυφώνονται συνήθως το πρώτο έτος της εμμηνόπαυσης και φθίνουν προς το τέλος των δύο πρώτων ετών. Στα πιο συνήθη συμπεριλαμβάνονται οι εξάψεις, έντονη εφίδρωση, διαταραχές ύπνου, ανησυχία και εκνευρισμός, ενώ συχνά είναι και τα συμπτώματα εκ του ουρογεννοποιητικού συστήματος με ξηρότητα κόλπου και δυσπαρεύνεια.

Η εμμηνόπαυση, όπως αναφέρεται συχνά και για την εγκυμοσύνη, δεν είναι ασθένεια. Ιδιαίτερα η μετάβαση στην εμμηνόπαυση είναι μια πολύ ιδιαίτερη περίοδος στη ζωή κάθε γυναίκας, σηματοδοτεί αλλαγές στο σώμα και τον ψυχισμό της και απαιτεί φροντίδα, ενσυναίσθηση και σεβασμός εκ μέρους του θεράποντος ιατρού, ώστε η μετάβαση αυτή να γίνει ομαλά και ανώδυνα για την κάθε γυναίκα.
Καθώς η αλλαγή του ορμονικού υπόβαθρου συνδέεται με επιβάρυνση του μεταβολικού προφίλ και αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων, απαραίτητη είναι η ενημέρωση της ασθενούς για τη σημασία μιας ισορροπημένης διατροφής με βάση το μεσογειακό πρότυπο, των καλών συνθηκών ύπνου, της τακτικής άσκησης με προτίμηση στην αερόβια γυμναστική, της αποφυγής του αλκοόλ, καπνίσματος και άλλων επιβλαβών συνηθειών. Επίσης σε αυτό το κομβικό σημείο μπορεί να τεθεί η διάγνωση πολλών σημαντικών παθήσεων, όπως οστεοπόρωση, υπέρταση, σακχαρώδης διαβήτης και δυσλιπιδαιμίες, η έγκαιρη αντιμετώπιση των οποίων θα θέσει τα θεμέλια για την υγεία και την ποιότητα ζωής, που αξίζει κάθε ασθενής.
Κύρια φροντίδα του θεράποντος ιατρού μίας γυναίκας που παρουσιάζεται με συμπτώματα της εμμηνόπαυσης που την επηρεάζουν και περιορίζουν τις δραστηριότητες και την ποιότητα ζωής της, είναι η, όσο το δυνατόν, αμεσότερη, πλήρης και σαφώς ακίνδυνη ανακούφιση από αυτά τα συμπτώματα. Με βάση τις ισχύουσες κατευθυντήριες οδηγίες της Endocrine Society σε γυναίκες ηλικίας <60 ετών ή που βρίσκονται στην εμμηνόπαυση επί <10 έτη και παρουσιάζουν έντονα συμπτώματα, όπως αναφέρθηκαν και πάνω και δεν έχουν αντενδείξεις, αποτελεί η ορμονική υποκατάσταση με οιστρογόνα στην περίπτωση που έχει προηγηθεί υστερεκτομή, ή με το συνδυασμό οιστρογόνου/προγεστερόνης τη θεραπεία εκλογής για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων.

Εκτός από τη βελτίωση των ενοχλητικών συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης η ορμονική υποκατάσταση έχει και πρόσθετα ευεργετικά αποτελέσματα για την ασθενή. Η αγωγή με οιστρογόνα επιφέρει τη βελτίωση της οστικής πυκνότητας δρώντας ως οστεοαναβολικός παράγοντας και συνδέεται με σημαντική μείωση των οστεοπορωτικών καταγμάτων, ενώ αποδεδειγμένη είναι και η καρδιοπροστατευτική τους δράση.
Στις παρενέργειες της ορμονικής θεραπείας, που πρέπει να συζητώνται με την ασθενή διεξοδικά πριν την έναρξη της αγωγής, συγκαταλέγεται η αύξηση του κινδύνου καρκίνου του ενδομητρίου, η οποία εντούτοις παρατηρείται μετά τα 6-10 χρόνια χορήγησης. Σχετικά με την οριακή αύξηση του κινδύνου αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης που έχει περιγραφεί σε συνδυασμό με ορμονική αγωγή η επιλογή του κατάλληλου σκευάσματος και κυρίως της κατάλληλης οδού χορήγησης μπορεί να διατηρήσει τον κίνδυνο σε χαμηλά επίπεδα. Όσον αφορά στον κίνδυνο αύξησης του καρκίνου του μαστού η διεθνής βιβλιογραφία αναφέρει ότι είναι ελάχιστος όταν η αγωγή περιορίζεται στα 2.5-3 χρόνια, χρονικό διάστημα που κατά κανόνα αρκεί για την αντιμετώπιση των ενοχλητικών συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης, καθώς και ότι 5 χρόνια μετά τη διακοπή της αγωγής δεν διαφέρει από γυναίκες της ίδιας ηλικιακής ομάδας.
Κατ’ επέκτασιν τα νέα επιστημονικά δεδομένα είναι σαφή στο ότι για την πλειοψηφία των γυναικών η ορμονική θεραπεία στην εμμηνόπαυση, με την προϋπόθεση ότι η έναρξη της είναι στα πρώτα χρόνια από την εμμηνόπαυση, με σαφείς ενδείξεις και λαμβάνοντας υπόψιν τις απόλυτες αντενδείξεις, έχουν περισσότερα οφέλη από κινδύνους. Προτεραιότητα αποτελεί σε κάθε περίπτωση η προσαρμογή της ορμονικής θεραπείας στους στόχους και τις ανάγκες κάθε γυναίκας, οι οποίοι πρέπει να γίνονται σεβαστοί και να ιεραρχούνται οδηγώντας σε μια εξατομικευμένη αγωγή, που θα εκπληροί τους στόχους, για τους οποίους σχεδιάσθηκε, την βελτίωση της ποιότητας ζωής και της ψυχικής και σωματικής υγείας κάθε γυναίκας.

Οι ιατροί της ΕΝDOMEDICA διαθέτουν μετά από πολυετή και πολύπλευρη εκπαίδευση την απαραίτητη γνώση και κλινική εμπειρία για την διάγνωση και θεραπευτική προσέγγιση των διαταραχών της εμμήνου ρύσεως με ορμονικό υπόβαθρο. Στην ENDOMEDICA η ασθενής τοποθετείται στο επίκεντρο της φροντίδας μας, αντιμετωπίζεται ως σύνολο λαμβάνοντας υπόψιν τις ιδιαιτερότητες κάθε φάσης του γυναικείου κύκλου με σεβασμό και ευαισθησία στις ανάγκες και τα προβλήματα της ασθενούς και με στόχο την από κοινού με την ασθενή εύρεση της χρυσής τομής στο σχεδιασμό της θεραπευτικής αγωγής.